Ένα βάρος νιώθω. Εδώ στη δεξιά μου μεριά. Μάλιστα με έκανε να γείρω.
Τώρα νιώθω άλλο ένα, απ' την αριστερή. Τουλάχιστον ισορρόπησα. Α, ήρθε η μικρή Ελπίδα! Έτσι εξηγείται. Είπα και γω! Και όλο και κάτι άλλο κρεμάει πάνω μου. Για να με ομορφύνει. Να με στολίσει. Βρε την Ελπίδα! Πώς μεγάλωσε από πέρσυ! Κοτζαμ κοπέλα! Κρυφά παρακολουθώ τα μάτια της, το πρόσωπό της.
Η μνήμη μου όμως δε με ξεγελά: μόλις ένα χρόνο πριν ήταν πιο χαρούμενη, πιο αθώα, ξέγνοιαστη. Τι έγινε στο μεταξύ; Μήπως είναι που μεγάλωσε; Ε, τότε ας μένουν όλοι και όλα στην μικρή τους ηλικία. Τρυφερά και χαρούμενα...
Με την Ελπίδα είμαστε συνομήλικοι. Μέλος και γω της οικογένειας εδώ και μια δεκαετία, γνωρίζω σχεδόν τα πάντα και για τους τρεις τους, -την ίδια και τους γονείς της.
Μένω στο υπόγειο του σπιτιού. Στην αποθήκη.
Ανεβαίνω στο διαμέρισμα κάθε χρόνο. Κι από συρρικνωμένο και ...παγωμένο, ξαναπαίρνω τις κανονικές μου διαστάσεις και ζεσταίνομαι. Καθώς με βοηθάνε ν' απλωθώ, καθώς με ανοίγουν με κέφι, το πρώτο που αντικρίζω κάθε φορά είναι τα πρόσωπά τους.

Στο μεταξύ, όλο το χρόνο, ακούγοντας καθημερινά τα βήματά τους από κάτω, έχω μάθει να μαντεύω τις ζωές τους, ο, τι τους συμβαίνει.
Μέσα τους τι συμβαίνει.
Και το διαπιστώνω στην ενέργεια που εκπέμπουν αυτές τις τρεις βδομάδες που συγκατοικούμε στο διαμέρισμα.
Σε θέση περίοπτη εγώ, μες στο σαλόνι, κι οι ματιές ολωνών με το που μπαίνουν στο σπίτι, πρώτα απάνω μου. Όμως απάνω μου αφήνουν και τις κρυφές τους προσδοκίες, τα ανομολόγητα όνειρά τους. Ο, τι ψιθυρίζει η ψυχούλα τους. Αντικρύζοντάς με, κάποιοι νοσταλγούν και συγκινούνται, άλλοι εύχονται, ξορκίζουν κακά. Ή και τίποτα απ' αυτά. Πάντως εγώ διαβάζω την αύρα τους, την αδιάψευστη, κάθε φορά με μεγαλύτερη πείρα.
Και διαρκώς η οντότητά μου εμψυχώνεται από όλους που με συναντούν -τι και αν με κατατάσσουν στα άψυχα;
Μπορεί κάποιοι να θυμούνται πως είμαι ξενόφερτο και κάπως παρείσακτο για την Ελλάδα, όμως, ως σύμβολο έχω δύναμη και το σεβασμό όλων. Έτσι, εκτός απ' τα στολίδια μου, είμαι φορτωμένο με θύμησες, προσμονές και γρήγορους, υποσυνείδητους απολογισμούς της κάθε χρονιάς που περνάει...
Όμως, φέτος τι κατήφεια έχει πέσει! Σε μικρούς και μεγάλους. Σκυθρωπά, σχεδόν θυμωμένα πρόσωπα με περιτριγυρίζουν. Μοιάζει να θέλουν να μου φορτώσουν όλη τους την ατυχία και τη δυσθυμία.
Κάτι δεν πάει καλά. Πολλά δεν πάνε καλά με αυτούς. Και μάλλον γενικότερα με τον τρόπο που οι άνθρωποι διαχειρίζονται τις ζωές τους. Κρίμα! κι έχουν όλα τα προσόντα για να ναι πάντα χαρούμενοι. Για να ζουν ειρηνικά κι αγαπημένα. Κι αυτοί ζουν εχθρικά, αλληλοεξοντούμενοι.
Κάτι δεν πάει καλά με την ανθρωπότητα...
.....
«Έλα, Γιάννη, να βάλεις και συ κάτι για το καλό!», φωνάζει τον άντρα της, η μητέρα.
«Για το καλό», επαναλαμβάνει από μέσα του με ένταση, σαν ξόρκι, εκείνος, καθώς κρεμάει έναν μικρό χιονάνθρωπο.
«Εσύ, Αντώνη, που σαι ψηλός βάλε στην κορφή του το αστέρι!», προτείνει στον αδερφό της, που «είδε φως και μπήκε», πριν λίγο, μαζί με τη γυναίκα του απ' το διπλανό διαμέρισμα.
«Αν υπάρχεις φανερώσου...», είναι η ευχή του, -δεδηλωμένος άθεος εν τω μεταξύ.
«Ωχ! Τι βίαιο χέρι είναι αυτό; Σιγά! Θα με κοντύνεις! Βρε, πώς με πόνεσες!»
«Χριστούγεννα βλέπω. Χριστού γέννα δε βλέπω!», ακούγεται μέσα απ' τα δόντια του, σαν απάντηση στον πόνο μου.
«Αν υπάρχεις φανερώσου!», εύχεται η γυναίκα του, κρεμώντας ένα αγγελάκι.
............
Αργά τη νύχτα, η μητέρα, μόνη μες στην ησυχία του σπιτιού, φτιάχνει τη φάτνη με περισσή φροντίδα και συγκίνηση. Κι ακούει μέσα της να αντηχεί εκείνο το παλιό τραγουδάκι:
«Στη γωνιά μας κόκκινο τ' αναμμένο τζάκι.
Τούφες χιόνια πέφτουνε στο παραθυράκι.
Όλο απόψε ξάγρυπνο μένει το χωριό
και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό.
Έλα εσύ που Αρχάγγελοι σε υμνούν απόψε.
Πάρε από την πίττα μας που ευωδιά και κόψε.
Έλα κι η γωνίτσα μας καρτερεί να 'ρθείς... »
Και βουρκώνει καθώς, τρυφερά, μέσα απ' την καρδιά της, ψιθυρίζει τον τελευταίο στίχο:
«...σου στρωσα Χριστούλη μου για να ζεσταθείς!»
ενώ με κινήσεις απαλές, τακτοποιεί μέσα στη χειροποίητη φάτνη το λίκνο του θείου Φωτός. Τα μικρά φωτάκια που αναβοσβήνουν επάνω μου, μοιάζουν με τις προσπάθειες κάποιων να ρουφούν και να εκπέμπουν περισσότερο φως. Για να μειώνεται το σκοτάδι.
Το άλλο πρωί, η μικρή Ελπίδα με ξαναμμένο πρόσωπο ακουμπάει στα πόδια μου το πρώτο μεγάλο κουτί, -δώρο συμβολικό. «Για τα φτωχά παιδάκια!», εύχεται ανάμεσα σε χαρά και μελαγχολία.
«Έτσι, μικρή μου! Θύμησέ τους τον σκοπό και το νόημα της γέννησης του Θείου Βρέφους. Θύμησέ τους να ζουν την κάθε τους στιγμή γιορτινά! Χριστουγεννιάτικα!

Ας βάλουμε όλοι τα δυνατά μας -και γω μαζί-, για Χριστούγεννα όχι από εκείνα που μάταια ψάχνουν οι πολλοί, ανάμεσα στα στρας και τη διασκέδαση,
αλλά με τη γέννηση και την αναγέννηση τής Αγάπης εντός τους.
Γιατί η ζωή τους όλη, μες στις καρδιές τους ξετυλίγεται.
Κι η Αγάπη είναι ο πιο εχέγγυος ρυθμιστής της!
...........
Άντε μικρούλα μου! Πρώτα από όλους, από σένα περιμένουμε!
Γιατί εγώ, στο κάτω-κάτω, δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο...»
(Πολλές ευχαριστίες στο ιστολόγιο Τέρα Άμου για την τιμή, για τη φιλοξενία...)