...ήταν ένας καιρός. Καιρός φθινοπωρινός. Που τα 'χε όλα: δροσιά το πρωί, ζέστη το μεσημέρι, κρύο το βράδυ...
Που τα έφερνε όλα: βαριεστημάρα το πρωί, κουράγιο το μεσημέρι, θλίψη το βράδυ...
Στη μέση ενός δωμάτιου καθαρού και περιποιημένου, μια γυναίκα ξαπλωμένη στο πάτωμα σε στρωματάκι μαλακό κι αφράτο, ξεκουράζεται μαζεμένη σε στάση εμβρυϊκή,
μπροστά σε ένα κεράκι που το κοιτάει επίμονα. Από αυτά τα όμορφα με τα πολλά χρώματα και ένα λεπτό, διακριτικό άρωμα...
Σε ξενοδοχείο της πόλης, που ήρθε για δουλειές, μακριά απ' τον τόπο της, το νησί της.

Απογευματάκι. Από το παράθυρο βλέπει σκόρπια σύννεφα να κυνηγιούνται στο θόλο τ' ουρανού. «Σαν τους ανθρώπους», σκέφτεται αργά.
Το μάτι της πάει πάλι στο κεράκι. Στη φλογίτσα της ζεστασιάς, της παρέας, της ερμηνείας του κόσμου. Στη φλογίτσα που δεν ψεύδεται, και που ενθαρρύνει...
«Ανάποδα είναι τα πράματα», επεμβαίνει το κεράκι. «Οι άνθρωποι τρέχουν σαν τα σύννεφα. Χωρίς να χρειάζεται.»
Σε λίγο, ο ουρανός βαραίνει, κατά διαστήματα μαυρίζει.
«Σαν τους ανθρώπους», σκέφτεται πάλι η γυναίκα η ξαπλωμένη στη στάση του έμβρυου...
«Όχι, ανάποδα είναι», ξαναλέει το κεράκι. "Οι άνθρωποι μπορούν να μη μαυρίζουν τις καρδιές τους, ούτε των άλλων!"
Αργότερα, κάποια σύννεφα άρχισαν να ρίχνουν μοναξιά και περιφρόνηση, -νόμισε η γυναίκα.
«Λάθος! Τέτοια μόνο οι άνθρωποι ρίχνουν!"
Μετά, άλλα σύννεφα άρχισαν να ρίχνουν λόγια υποτιμητικά, άλλα θυμωμένα, άλλα φθονερά...
«Λάθος, λάθος, λάθος!» ακούστηκε έντονα το κεράκι και σχεδόν ...λαμπάδιασε! "Όλα αυτά τα κάνουν μόνο οι άνθρωποι μεταξύ τους, γιατί δε βλέπουν ουρανό, δε ζουν μες στον ουρανό, δεν προσδοκούν ουρανό!"

Ύστερα πήρε ένας αέρας να σφυρίζει λόγια ψεύτικα, παραπλανητικά, δήθεν σωτήρια για τη γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη στην εμβρυϊκή στάση.
«Πάλι λάθος!» ακούστηκε επιτιμητικά το κεράκι! «Ο ήχος του αέρα σε ξεκουράζει ή σε φέρνει στο τώρα αν έχεις αποξεχαστεί σε χρόνο μακρινό κι ανέγγιχτο...
Μετά ξαφνικά έγινε άπνοια. «Είναι η αδιαφορία του ουρανού», σκέφτηκε αμέσως η γυναίκα.
«Όχι! Όχι! Όχι!», φούντωσε το κεράκι! «Ο ουρανός δεν αδιαφορεί! Στέλνει τα κατάλληλα μηνύματα συνέχεια! Οι άνθρωποι δεν μπαίνουν στον κόπο να τα δουν και να τα εξηγήσουν. Όπως μεταξύ τους: δεν μπαίνουν στον κόπο να δουν και να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον...»
Η γυναίκα συνέχιζε να χουζουρεύει και να παρακολουθεί το διάλογο ανάμεσα στις σκέψεις της και στο κεράκι...
Μέχρι που συνειδητοποίησε πως ο χρόνος περνούσε και θα χανε το καράβι του γυρισμού. Πρόλαβε κι αγχώθηκε! Κρίμα θα ταν να σβηστούν έτσι άδοξα τούτες οι λίγες στιγμές της επαφής με τον εαυτό της και με τα στοιχεία του ουρανού...
"Αχ θα το χάσω το καράβι! Γιατί να χει τέτοιο τίμημα η ηρεμία, η συγκέντρωση στο μέσα μας;", ψέλισσε μ' ένα λυγμό.
Τότε, μια αχτίνα του ήλιου πρόβαλε ανάμεσα στα σύννεφα και τη στράβωσε, προσωρινά.
«Έτσι θα στραβώσω και γω για λίγο τον καπετάνιο, και δε θα ξεκινήσει πριν μπεις και συ. Έχε μου εμπιστοσύνη! άσε τα πράγματα επάνω μου!», την καθησύχασε ο ήλιος...
Η γυναίκα είχε ήδη βγει απ' τη στάση του έμβρυου, είχε σηκωθεί, είχε «σταθεί στα πόδια της» με ένα ερωτηματικό να την περιγελάει: αν ήταν πιο δυνατή τώρα, ή λίγο πριν...
και ετοιμαζόταν να φύγει...
... ... ...
καθώς ακουγόταν το σφύριγμα του πλοίου που ξεκίναγε,
άκουγε κι αυτή το παράπονο του βαθύτερου εαυτού της που τον άφησε,
έστω προσωρινά, για άλλη μια φορά...
